Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ubicar
01
εντοπίζω, τοποθετώ
encontrar o situar el lugar o posición de algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ubico
γ΄ ενικό πρόσωπο
ubica
ενεστώτα μετοχή
ubicando
απλός αόριστος
ubicó
παθητική μετοχή
ubicado
Παραδείγματα
Pudieron ubicar al sospechoso.
Κατάφεραν να εντοπίσουν τον ύποπτο.



























