Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El túnel
01
τούνελ
pasaje subterráneo o a través de una montaña que permite el paso de vehículos, trenes o personas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
túneles
Παραδείγματα
El tren pasa por un túnel bajo la montaña.
Το τρένο περνάει από ένα τούνελ κάτω από το βουνό.



























