Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
01
εσύ
pronombre personal para referirse a la persona con quien se habla de manera informal
Παραδείγματα
Tú tienes un coche nuevo.
Εσύ έχεις ένα καινούριο αυτοκίνητο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εσύ