Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La turbulencia
01
ταραχή, ανάταση
movimiento irregular y violento del aire o del agua
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El avión sufrió turbulencia durante el vuelo.
Το αεροπλάνο υπέστη αναταράξεις κατά την πτήση.
LanGeek



























