Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
turbio
01
θολός, λασπωμένος
oscuro, opaco o poco claro, especialmente respecto al agua o a situaciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más turbio
συγκριτικός βαθμός
más turbio
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
turbio
αρσενικό πληθυντικό
turbios
θηλυκό ενικό
turbia
θηλυκό πληθυντικό
turbias
Παραδείγματα
El cielo se volvió turbio antes de la lluvia intensa.
Ο ουρανός έγινε θολός πριν από τη βροχή.



























