Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El turismo
[gender: masculine]
01
τουρισμός
actividad de viajar por placer y visitar lugares diferentes
Παραδείγματα
El turismo puede ser una experiencia educativa.
Ο τουρισμός μπορεί να είναι μια εκπαιδευτική εμπειρία.



























