Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El compartimiento
01
διαμέρισμα
espacio cerrado dentro de un tren destinado a los pasajeros
Παραδείγματα
El compartimiento se compartía con otras dos personas.
Το διαμέρισμα μοιραζόταν με δύο άλλα άτομα.
02
χώρος αποσκευών, θάλαμος αποσκευών
espacio destinado para guardar equipaje u objetos dentro de un vehículo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
compartimientos
Παραδείγματα
El compartimiento trasero del coche es espacioso.
Το πίσω διαμέρισμα του αυτοκινήτου είναι ευρύχωρο.



























