sujetar
su
ˌsu
soo
je
xe
khe
tar
ˈtaɾ
tar
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "sujetar"στα ισπανικά

sujetar
01

ασφαλίζω, κρατώ

mantener firme o asegurar algo para que no se mueva o caiga 
sujetar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sujeto
γ΄ ενικό πρόσωπο
sujeta
ενεστώτα μετοχή
sujetando
απλός αόριστος
sujetó
παθητική μετοχή
sujetado
Παραδείγματα
Sujeta la cuerda para que no se caiga el equipo. 

Στερεώστε το σκοινί για να μην πέσει ο εξοπλισμός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store