Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sujetar
01
ασφαλίζω, κρατώ
mantener firme o asegurar algo para que no se mueva o caiga
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sujeto
γ΄ ενικό πρόσωπο
sujeta
ενεστώτα μετοχή
sujetando
απλός αόριστος
sujetó
παθητική μετοχή
sujetado
Παραδείγματα
Sujeta las velas durante la tormenta.



























