sujetar
Pronunciation
/sˌuxetˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "sujetar"στα ισπανικά

sujetar
01

ασφαλίζω, κρατώ

mantener firme o asegurar algo para que no se mueva o caiga
sujetar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sujeto
γ΄ ενικό πρόσωπο
sujeta
ενεστώτα μετοχή
sujetando
απλός αόριστος
sujetó
παθητική μετοχή
sujetado
Παραδείγματα
Sujeta las velas durante la tormenta.
Σουζετάρ τα πανιά κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store