Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La suma
[gender: feminine]
01
άθροισμα, σύνολο
resultado de la adición de dos o más números
Παραδείγματα
La suma es un concepto fundamental en aritmética.
Το άθροισμα είναι μια θεμελιώδης έννοια στην αριθμητική.
02
ποσό, σύνολο
cantidad de dinero o total de algo
Παραδείγματα
La suma que recibí no es suficiente.
Το ποσό που έλαβα δεν είναι επαρκές.



























