la suma
su
ˈsu
soo
ma
ma
ma
pumaplumaespuma

Ορισμός και σημασία του "suma"στα ισπανικά

01

άθροισμα, σύνολο

resultado de la adición de dos o más números 
la suma definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sumas
Παραδείγματα
La suma de dos y tres es cinco. 

Το άθροισμα δύο και τριών είναι πέντε.

02

ποσό, σύνολο

cantidad de dinero o total de algo 
la suma definition and meaning
Παραδείγματα
La suma a pagar es muy alta. 

Το ποσό που πρέπει να πληρωθεί είναι πολύ υψηλό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store