el tesorero
te
ˌte
te
so
sɔ
saw
re
ˈɾɛ
re
ro
ɾɔ
raw
señalerosonajeroheladerocamarero

Ορισμός και σημασία του "tesorero"στα ισπανικά

01

ταμίας, θησαυροφύλακας

persona encargada de administrar el dinero de una organización 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tesoreros
αρσενικό ενικό
tesorero
θηλυκό ενικό
tesorera
neutral form
responsable de tesorería
Παραδείγματα
Juan es el tesorero del comité estudiantil. 

Ο Χουάν είναι ο ταμίας της φοιτητικής επιτροπής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store