Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El tesorero
01
ταμίας, θησαυροφύλακας
persona encargada de administrar el dinero de una organización
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tesoreros
Παραδείγματα
Juan es el tesorero del comité estudiantil.
Ο Χουάν είναι ο ταμίας της φοιτητικής επιτροπής.



























