testificar
tes
tes
τεσ
ti
ti
τι
fi
fi
φι
car
ˈkaɾ
καρ
visualizardistanciarpredominaratestiguar

Ορισμός και σημασία του "testificar"στα ισπανικά

testificar
01

μαρτυρώ

dar testimonio o declarar en un juicio 
testificar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
testifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
testifica
ενεστώτα μετοχή
testificando
απλός αόριστος
testifiqué
παθητική μετοχή
testificado
Παραδείγματα
El testigo testificó en el tribunal ayer. 

Ο μάρτυρας κατέθεσε στο δικαστήριο χθες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store