Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El testigo
01
μάρτυρας
persona que presencia un hecho y puede contarlo o declararlo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
testigos
Παραδείγματα
El testigo declaró en el juicio.
Ο μάρτυρας κατατέθηκε στη δίκη.



























