el testigo
tes
tes
tes
ti
ˈti
ti
go
ɣo
gho
ombligocastigoenemigopostigo

Ορισμός και σημασία του "testigo"στα ισπανικά

01

μάρτυρας

persona que presencia un hecho y puede contarlo o declararlo 
el testigo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
testigos
θηλυκό ενικό
testigo
Παραδείγματα
El testigo declaró en el juicio. 

Ο μάρτυρας κατατέθηκε στη δίκη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store