Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La irresponsabilidad
01
ανευθυνότητα, έλλειψη ευθύνης
falta de cuidado, prudencia o compromiso en el cumplimiento de una obligación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Su irresponsabilidad causó problemas.
Η ανευθυνότητά του προκάλεσε προβλήματα.



























