irresoluble

Ορισμός και σημασία του "irresoluble"στα ισπανικά

irresoluble
01

αδιάλυτος

que no puede resolverse o solucionarse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más irresoluble
συγκριτικός βαθμός
más irresoluble
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
irresoluble
αρσενικό πληθυντικό
irresolubles
θηλυκό ενικό
irresoluble
θηλυκό πληθυντικό
irresolubles
Παραδείγματα
Encontraron un caso irresoluble en la investigación.
Βρήκαν μια άλυτη υπόθεση στην έρευνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store