Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irresoluble
01
αδιάλυτος
que no puede resolverse o solucionarse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más irresoluble
συγκριτικός βαθμός
más irresoluble
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
irresoluble
αρσενικό πληθυντικό
irresolubles
θηλυκό ενικό
irresoluble
θηλυκό πληθυντικό
irresolubles
Παραδείγματα
La disputa entre los países parecía irresoluble.
Η διαμάχη μεταξύ των χωρών φαινόταν άλυτη.



























