irresoluble
i
i
i
rre
re
re
so
so
so
lub
ˈluβ
loob
le
le
le

Ορισμός και σημασία του "irresoluble"στα ισπανικά

irresoluble
01

αδιάλυτος

que no puede resolverse o solucionarse 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más irresoluble
συγκριτικός βαθμός
más irresoluble
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
irresoluble
αρσενικό πληθυντικό
irresolubles
θηλυκό ενικό
irresoluble
θηλυκό πληθυντικό
irresolubles
Παραδείγματα
La disputa entre los países parecía irresoluble. 

Η διαμάχη μεταξύ των χωρών φαινόταν άλυτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store