irritado
Pronunciation
/ˌiritˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "irritado"στα ισπανικά

01

ενοχλημένος, ερεθισμένος

que está molesto, inflamado o sensible
irritado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más irritado
συγκριτικός βαθμός
más irritado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
irritado
αρσενικό πληθυντικό
irritados
θηλυκό ενικό
irritada
θηλυκό πληθυντικό
irritadas
Παραδείγματα
Mi nariz está irritada por la alergia.
Η μύτη μου είναι ερεθισμένη από την αλλεργία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store