Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
refugiar
01
καταφεύγω, κρύβομαι
protegerse o esconderse en un lugar seguro ante un peligro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
refugio
γ΄ ενικό πρόσωπο
refugia
ενεστώτα μετοχή
refugiando
απλός αόριστος
refugió
παθητική μετοχή
refugiado
Παραδείγματα
El gato se refugió detrás del sofá al escuchar los truenos.
Η γάτα καταφύγει πίσω από τον καναπέ ακούγοντας τους κεραυνούς.



























