Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regalar
[past form: regalé][present form: regalo]
01
δωρίζω, χαρίζω
dar algo a alguien sin esperar nada a cambio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
regalo
γ΄ ενικό πρόσωπο
regala
ενεστώτα μετοχή
regalando
απλός αόριστος
regalé
παθητική μετοχή
regalado
Παραδείγματα
No me gusta regalar cosas caras.
Δεν μου αρέσει να δωρίζω ακριβά πράγματα.



























