Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regalar
01
δωρίζω, χαρίζω
dar algo a alguien sin esperar nada a cambio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
regalo
γ΄ ενικό πρόσωπο
regala
ενεστώτα μετοχή
regalando
απλός αόριστος
regalé
παθητική μετοχή
regalado
Παραδείγματα
Voy a regalar un libro a mi amiga.
Πρόκειται να δωρίσω ένα βιβλίο στη φίλη μου.



























