refugiar
re
ˌre
re
fug
fux
fookh
iar
ˈjaɾ
yar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "refugiar"στα ισπανικά

refugiar
01

καταφεύγω, κρύβομαι

protegerse o esconderse en un lugar seguro ante un peligro 
refugiar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
refugio
γ΄ ενικό πρόσωπο
refugia
ενεστώτα μετοχή
refugiando
απλός αόριστος
refugió
παθητική μετοχή
refugiado
Παραδείγματα
Se refugiaron en un edificio durante la tormenta. 

Καταφύγησαν σε ένα κτίριο κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store