Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
refugiar
01
καταφεύγω, κρύβομαι
protegerse o esconderse en un lugar seguro ante un peligro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
refugio
γ΄ ενικό πρόσωπο
refugia
ενεστώτα μετοχή
refugiando
απλός αόριστος
refugió
παθητική μετοχή
refugiado
Παραδείγματα
Se refugiaron en un edificio durante la tormenta.
Καταφύγησαν σε ένα κτίριο κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.



























