Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recostar
01
ξαπλώνω, ανακουφίζομαι ξαπλωμένος
acostarse o colocarse en una posición horizontal para descansar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
recuesto
γ΄ ενικό πρόσωπο
recuesta
ενεστώτα μετοχή
recostando
απλός αόριστος
recostó
παθητική μετοχή
recostado
Παραδείγματα
Se recostó en la playa y disfrutó del sol.
Ξάπλωσε στην παραλία και απολάμβανε τον ήλιο.



























