Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recostar
01
ξαπλώνω, ανακουφίζομαι ξαπλωμένος
acostarse o colocarse en una posición horizontal para descansar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
recuesto
γ΄ ενικό πρόσωπο
recuesta
ενεστώτα μετοχή
recostando
απλός αόριστος
recostó
παθητική μετοχή
recostado
Παραδείγματα
Me recosté en el sofá para descansar un rato.
Ξάπλωσα στον καναπέ για να ξεκουραστώ λίγο.



























