recostar
Pronunciation
/rˌekɔstˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "recostar"στα ισπανικά

recostar
01

ξαπλώνω, ανακουφίζομαι ξαπλωμένος

acostarse o colocarse en una posición horizontal para descansar
recostar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
recuesto
γ΄ ενικό πρόσωπο
recuesta
ενεστώτα μετοχή
recostando
απλός αόριστος
recostó
παθητική μετοχή
recostado
Παραδείγματα
Se recostó en la playa y disfrutó del sol.
Ξάπλωσε στην παραλία και απολάμβανε τον ήλιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store