oscurecer
Pronunciation
/ˌɔskuɾɛθˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "oscurecer"στα ισπανικά

oscurecer
01

σκοτεινιάζω, σκοτώνω

hacer que algo se vuelva más oscuro
oscurecer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
oscurezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
oscurece
ενεστώτα μετοχή
oscureciendo
απλός αόριστος
oscureció
παθητική μετοχή
oscurecido
Παραδείγματα
La noche oscurece poco a poco el valle.
Η νύχτα σκοτεινιάζει σιγά σιγά την κοιλάδα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store