Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oscurecer
01
σκοτεινιάζω, σκοτώνω
hacer que algo se vuelva más oscuro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
oscurezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
oscurece
ενεστώτα μετοχή
oscureciendo
απλός αόριστος
oscureció
παθητική μετοχή
oscurecido
Παραδείγματα
Oscurecieron la habitación bajando las cortinas.
Σκοτείνιασαν το δωμάτιο κατεβάζοντας τις κουρτίνες.



























