Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extramatrimonial
01
εξωσυζυγικός, εκτός γάμου
relacionado con una relación o acción fuera del matrimonio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
extramatrimonial
αρσενικό πληθυντικό
extramatrimoniales
θηλυκό ενικό
extramatrimonial
θηλυκό πληθυντικό
extramatrimoniales
Παραδείγματα
Admitió su conducta extramatrimonial ante la familia.
Παραδέχτηκε τη εξωσυζυγική του συμπεριφορά μπροστά στην οικογένεια.



























