Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sentar cabeza
01
σταθεροποιούμαι, εγκαθίσταμαι
adoptar un estilo de vida estable y responsable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
siento cabeza
γ΄ ενικό πρόσωπο
sienta cabeza
ενεστώτα μετοχή
sentando cabeza
απλός αόριστος
sentó cabeza
παθητική μετοχή
sentado cabeza
Παραδείγματα
Nunca pensó en sentar cabeza tan pronto.
Δεν σκέφτηκε ποτέ να σταθεροποιήσει τη ζωή της τόσο νωρίς.



























