Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El sensor
01
αισθητήρας, ανιχνευτής
un dispositivo que detecta o mide un fenómeno físico y responde con una señal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sensores
Παραδείγματα
El sensor de la cámara es muy sensible a la poca luz.
Ο αισθητήρας της κάμερας είναι πολύ ευαίσθητος στο αμυδρό φως.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sensorial
sensor



























