el sensor
sen
ˈsen
sen
sor
sɔɾ
sawr
doctorcastorsectorcensor

Ορισμός και σημασία του "sensor"στα ισπανικά

01

αισθητήρας, ανιχνευτής

un dispositivo que detecta o mide un fenómeno físico y responde con una señal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sensores
Παραδείγματα
El sensor de la cámara es muy sensible a la poca luz. 

Ο αισθητήρας της κάμερας είναι πολύ ευαίσθητος στο αμυδρό φως.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store