Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sensato
01
σώφρων
que actúa con buen juicio y sentido común
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más sensato
συγκριτικός βαθμός
más sensato
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sensato
αρσενικό πληθυντικό
sensatos
θηλυκό ενικό
sensata
θηλυκό πληθυντικό
sensatas
Παραδείγματα
Actuó de forma sensata en la crisis.
Ενεργούσε λογικά κατά τη διάρκεια της κρίσης.



























