Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El sentido
[gender: masculine]
01
έννοια, σημασία
interpretación o idea que transmite una palabra, frase o situación
Παραδείγματα
¿ Cuál es el sentido de este símbolo?
Ποιο είναι το νόημα αυτού του συμβόλου ?
02
αίσθηση, αισθητηριακή ικανότητα
capacidad del cuerpo para percibir estímulos del entorno
Παραδείγματα
El sentido del gusto permite disfrutar de los sabores.
Η αίσθηση της γεύσης μας επιτρέπει να απολαμβάνουμε τις γεύσεις.



























