Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El sentido
01
έννοια, σημασία
interpretación o idea que transmite una palabra, frase o situación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sentidos
Παραδείγματα
No entiendo el sentido de esta frase.
Δεν καταλαβαίνω το νόημα αυτής της πρότασης.
02
αίσθηση, αισθητηριακή ικανότητα
capacidad del cuerpo para percibir estímulos del entorno
Παραδείγματα
El ser humano tiene cinco sentidos.
Ο άνθρωπος έχει πέντε αισθήσεις.



























