Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angustiante
01
αγωνιώδης, βασανιστικός
que causa gran preocupación, ansiedad o sufrimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más angustiante
συγκριτικός βαθμός
más angustiante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
angustiante
αρσενικό πληθυντικό
angustiantes
θηλυκό ενικό
angustiante
θηλυκό πληθυντικό
angustiantes
Παραδείγματα
La situación económica actual es angustiante para muchas personas.
Η τρέχουσα οικονομική κατάσταση είναι αγχωτική για πολλούς ανθρώπους.



























