anhelo
anh
an
an
e
ˈe
e
lo
lo
lo
modeloabuelopomelocielo

Ορισμός και σημασία του "anhelo"στα ισπανικά

anhelo
01

λαχταρώ, ποθώ

deseo intenso por algo o alguien 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
anhelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
anhela
ενεστώτα μετοχή
anhelando
απλός αόριστος
anheló
παθητική μετοχή
anhelado
Παραδείγματα
Tenía un anhelo de libertad. 

Είχε ένα anhelo για ελευθερία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store