Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anhelo
01
λαχταρώ, ποθώ
deseo intenso por algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
anhelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
anhela
ενεστώτα μετοχή
anhelando
απλός αόριστος
anheló
παθητική μετοχή
anhelado
Παραδείγματα
Tenía un anhelo de libertad.
Είχε ένα anhelo για ελευθερία.



























