anhelo
Pronunciation
/anˈelo/

Ορισμός και σημασία του "anhelo"στα ισπανικά

anhelo
01

λαχταρώ, ποθώ

deseo intenso por algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
anhelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
anhela
ενεστώτα μετοχή
anhelando
απλός αόριστος
anheló
παθητική μετοχή
anhelado
Παραδείγματα
El anhelo de aventura lo llevó a viajar lejos.
Anhelo για περιπέτεια τον οδήγησε να ταξιδέψει μακριά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store