Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angelical
01
αγγελικός, ουράνιος
que tiene una cualidad de bondad o belleza pura y serena
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más angelical
συγκριτικός βαθμός
más angelical
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
angelical
αρσενικό πληθυντικό
angelicales
θηλυκό ενικό
angelical
θηλυκό πληθυντικό
angelicales
Παραδείγματα
La luz de la mañana le daba un aspecto angelical.
Λεξικό Δέντρο
angelical
angel



























