Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angelical
01
αγγελικός, ουράνιος
que tiene una cualidad de bondad o belleza pura y serena
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más angelical
συγκριτικός βαθμός
más angelical
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
angelical
αρσενικό πληθυντικό
angelicales
θηλυκό ενικό
angelical
θηλυκό πληθυντικό
angelicales
θεματικό πεδίο
cualidad, apariencia, religión
Παραδείγματα
Una sonrisa angelical se dibujó en el rostro del bebé dormido.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
angelical
angel



























