el desánimo
desá
ˈdesa
desa
ni
ni
ni
mo
mo
mo
ánimo

Ορισμός και σημασία του "desánimo"στα ισπανικά

01

αποθάρρυνση, κατήφεια

estado de abatimiento o pérdida de ánimo y motivación 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El fracaso le produjo un profundo desánimo. 

Η αποτυχία του προκάλεσε βαθιά απογοήτευση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store