Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
detener
[past form: me detuve][present form: me detengo]
01
σταματώ, ανακόπτω
parar el movimiento o la acción, quedarse sin avanzar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
detengo
γ΄ ενικό πρόσωπο
detiene
ενεστώτα μετοχή
deteniendo
απλός αόριστος
me detuve
παθητική μετοχή
detenido
Παραδείγματα
La máquina se detuvo por una falla técnica.
Η μηχανή σταμάτησε λόγω τεχνικής βλάβης.
02
συλλαμβάνω
capturar a alguien para impedir que siga libre o actuando
Παραδείγματα
Detuvieron a varias personas durante la manifestación.
Συνέλαβαν αρκετά άτομα κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης.



























