Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
detener
01
σταματώ, ανακόπτω
parar el movimiento o la acción, quedarse sin avanzar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
detengo
γ΄ ενικό πρόσωπο
detiene
ενεστώτα μετοχή
deteniendo
απλός αόριστος
me detuve
παθητική μετοχή
detenido
Παραδείγματα
El autobús se detuvo frente a la parada.
Το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά από τη στάση.
02
συλλαμβάνω
capturar a alguien para impedir que siga libre o actuando
Παραδείγματα
La policía detuvo al sospechoso anoche.
Η αστυνομία συνέλαβε τον ύποπτο χθες το βράδυ.



























