Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deteriorar
01
χαλάω,επιδεινώνω, صدمه زدن، کردن
causar que algo pierda calidad, estado o valor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
deterioro
γ΄ ενικό πρόσωπο
deteriora
ενεστώτα μετοχή
deteriorando
απλός αόριστος
deterioró
παθητική μετοχή
deteriorado
Παραδείγματα
La falta de cuidado deterioró el documento.
Η έλλειψη φροντίδας επιδείνωσε το έγγραφο.



























