Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atontar
01
ζαλίζω, συγχέω
dejar aturdido o sin capacidad de reaccionar, por sorpresa o confusión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
atonto
γ΄ ενικό πρόσωπο
atonta
ενεστώτα μετοχή
atontando
απλός αόριστος
atontó
παθητική μετοχή
atontado
Παραδείγματα
La belleza del paisaje lo atontó momentáneamente.
Η ομορφιά του τοπίου τον ζάλισε στιγμιαία.



























