atontar
a
ˌa
a
ton
tɔn
tawn
tar
ˈtaɾ
tar
atentar

Ορισμός και σημασία του "atontar"στα ισπανικά

atontar
01

ζαλίζω, συγχέω

dejar aturdido o sin capacidad de reaccionar, por sorpresa o confusión 
atontar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
atonto
γ΄ ενικό πρόσωπο
atonta
ενεστώτα μετοχή
atontando
απλός αόριστος
atontó
παθητική μετοχή
atontado
Παραδείγματα
La noticia de su triunfo lo atontó. 

Η είδηση της νίκης του τον σάστισε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store