Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atracar
01
επιτίθεμαι, ληστεύω
robar con violencia o intimidación, especialmente en la calle o en un lugar público
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
atraco
γ΄ ενικό πρόσωπο
atraca
ενεστώτα μετοχή
atracando
απλός αόριστος
atraqué
παθητική μετοχή
atracado
Παραδείγματα
Lo intentaron atracar cuando salía del banco.
Προσπάθησαν να τον ληστέψουν όταν έβγαινε από την τράπεζα.
02
προσδένομαι, αράζω
amarrar una embarcación en un puerto o muelle
Παραδείγματα
El barco atracó en el puerto.
Το πλοίο έδεσε στο λιμάνι.



























