conmocionar
Pronunciation
/kˌɔnmoθjonˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "conmocionar"στα ισπανικά

conmocionar
01

σοκάρει, συγκλονίζει

causar un fuerte impacto emocional o afectar profundamente a alguien
conmocionar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
conmociono
γ΄ ενικό πρόσωπο
conmociona
ενεστώτα μετοχή
conmocionando
απλός αόριστος
conmocionó
παθητική μετοχή
conmocionado
Παραδείγματα
El escándalo político conmocionó a los ciudadanos.
Το πολιτικό σκάνδαλο σάστισε τους πολίτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store