conmocionar
con
ko
ko
moc
moθ
moth
io
jo
yo
nar
ˈnaɾ
nar
condicionar

Ορισμός και σημασία του "conmocionar"στα ισπανικά

conmocionar
01

σοκάρει, συγκλονίζει

causar un fuerte impacto emocional o afectar profundamente a alguien 
conmocionar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
conmociono
γ΄ ενικό πρόσωπο
conmociona
ενεστώτα μετοχή
conmocionando
απλός αόριστος
conmocionó
παθητική μετοχή
conmocionado
Παραδείγματα
La noticia del accidente conmocionó a toda la comunidad. 

Η είδηση του ατυχήματος σόκαρε όλη την κοινότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store