Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conmocionar
01
σοκάρει, συγκλονίζει
causar un fuerte impacto emocional o afectar profundamente a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
conmociono
γ΄ ενικό πρόσωπο
conmociona
ενεστώτα μετοχή
conmocionando
απλός αόριστος
conmocionó
παθητική μετοχή
conmocionado
Παραδείγματα
La noticia del accidente conmocionó a toda la comunidad.
Η είδηση του ατυχήματος σόκαρε όλη την κοινότητα.



























