Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dejar atónito
01
εκπλήσσω βαθιά, αφήνω κάποιον άφωνο
sorprender intensamente o dejar sin palabras a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
dejo atónito
γ΄ ενικό πρόσωπο
deja atónito
ενεστώτα μετοχή
dejando atónito
απλός αόριστος
dejó atónito
παθητική μετοχή
dejado atónito
Παραδείγματα
El discurso dejó atónita a la audiencia.
Ο λόγος άφησε έκθαμβο το κοινό.



























