dejar atónito
Pronunciation
/dexˈaɾ atˈɔnito/

Ορισμός και σημασία του "dejar atónito"στα ισπανικά

dejar atónito
01

εκπλήσσω βαθιά, αφήνω κάποιον άφωνο

sorprender intensamente o dejar sin palabras a alguien
dejar atónito definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
dejo atónito
γ΄ ενικό πρόσωπο
deja atónito
ενεστώτα μετοχή
dejando atónito
απλός αόριστος
dejó atónito
παθητική μετοχή
dejado atónito
Παραδείγματα
El discurso dejó atónita a la audiencia.
Ο λόγος άφησε έκθαμβο το κοινό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store