Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sobreprotector
01
υπερπροστατευτικός, υπερβολικά προστατευτικός
que cuida o protege a alguien en exceso, limitando su independencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más sobreprotector
συγκριτικός βαθμός
más sobreprotector
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sobreprotector
αρσενικό πληθυντικό
sobreprotectores
θηλυκό ενικό
sobreprotectora
θηλυκό πληθυντικό
sobreprotectoras
Παραδείγματα
Su padre es muy sobreprotector con él.
Ο πατέρας του είναι πολύ υπερπροστατευτικός μαζί του.
Λεξικό Δέντρο
sobreprotector
sobre
protector



























