Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sobrecogedor
01
συγκλονιστικός, τρομακτικός
que causa una fuerte impresión, miedo o emoción intensa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más sobrecogedor
συγκριτικός βαθμός
más sobrecogedor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sobrecogedor
αρσενικό πληθυντικό
sobrecogedores
θηλυκό ενικό
sobrecogedora
θηλυκό πληθυντικό
sobrecogedoras
Παραδείγματα
Su relato sobre la guerra fue sobrecogedor.
Η αφήγησή του για τον πόλεμο ήταν συγκλονιστική.



























