quebrantar
Pronunciation
/kˌeβɾantˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "quebrantar"στα ισπανικά

quebrantar
01

σπάζω, αποθαρρύνω

romper la voluntad, el ánimo o el espíritu de alguien
quebrantar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
quebranto
γ΄ ενικό πρόσωπο
quebranta
ενεστώτα μετοχή
quebrantando
απλός αόριστος
quebrantó
παθητική μετοχή
quebrantado
Παραδείγματα
Las dificultades de la vida pueden quebrantar a cualquiera.
Οι δυσκολίες της ζωής μπορούν να σπάσουν τον καθένα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store