Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quebrantar
01
σπάζω, αποθαρρύνω
romper la voluntad, el ánimo o el espíritu de alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
quebranto
γ΄ ενικό πρόσωπο
quebranta
ενεστώτα μετοχή
quebrantando
απλός αόριστος
quebrantó
παθητική μετοχή
quebrantado
Παραδείγματα
La constante crítica empezó a quebrantar su confianza.
Η σταθερή κριτική άρχισε να quebrantar την αυτοπεποίθησή του.



























