Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relajado
01
χαλαρός, ήρεμος
que se encuentra tranquilo, sin tensión ni estrés
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más relajado
συγκριτικός βαθμός
más relajado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
relajado
αρσενικό πληθυντικό
relajados
θηλυκό ενικό
relajada
θηλυκό πληθυντικό
relajadas
Παραδείγματα
La atmósfera relajada del café nos hizo sentir bien.
Η χαλαρή ατμόσφαιρα του καφέ μας έκανε να νιώθουμε καλά.



























