relajado
re
ˌre
re
la
la
la
ja
ˈxa
kha
do
ðo
dho
rebajado

Ορισμός και σημασία του "relajado"στα ισπανικά

01

χαλαρός, ήρεμος

que se encuentra tranquilo, sin tensión ni estrés 
relajado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más relajado
συγκριτικός βαθμός
más relajado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
relajado
αρσενικό πληθυντικό
relajados
θηλυκό ενικό
relajada
θηλυκό πληθυντικό
relajadas
Παραδείγματα
La atmósfera relajada del café nos hizo sentir bien. 

Η χαλαρή ατμόσφαιρα του καφέ μας έκανε να νιώθουμε καλά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store