relajante
Pronunciation
/rˌelaxˈante/

Ορισμός και σημασία του "relajante"στα ισπανικά

01

χαλαρωτικό, ηρεμιστικό

que produce calma o reduce la tensión
relajante definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más relajante
συγκριτικός βαθμός
más relajante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
relajante
αρσενικό πληθυντικό
relajantes
θηλυκό ενικό
relajante
θηλυκό πληθυντικό
relajantes
Παραδείγματα
El ambiente aquí es tranquilo y relajante.
Η ατμόσφαιρα εδώ είναι ήρεμη και χαλαρωτική.
01

χαλαρωτικό, μυοχαλαρωτικό

sustancia o medicamento que reduce la tensión nerviosa y produce relajación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
relajantes
Παραδείγματα
El relajante hizo efecto rápidamente.
Το χαλαρωτικό έπιασε γρήγορα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store