relajante
re
re
re
la
la
la
jan
ˈxan
khan
te
te
te
relevante

Ορισμός και σημασία του "relajante"στα ισπανικά

01

χαλαρωτικό, ηρεμιστικό

que produce calma o reduce la tensión 
relajante definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más relajante
συγκριτικός βαθμός
más relajante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
relajante
αρσενικό πληθυντικό
relajantes
θηλυκό ενικό
relajante
θηλυκό πληθυντικό
relajantes
Παραδείγματα
Esta música es muy relajante. 

Αυτή η μουσική είναι πολύ χαλαρωτική.

01

χαλαρωτικό, μυοχαλαρωτικό

sustancia o medicamento que reduce la tensión nerviosa y produce relajación 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
relajantes
Παραδείγματα
El médico le recetó un relajante muscular. 

Ο γιατρός του συνέταξε ένα μυοχαλαρωτικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store