Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relajante
01
χαλαρωτικό, ηρεμιστικό
que produce calma o reduce la tensión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más relajante
συγκριτικός βαθμός
más relajante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
relajante
αρσενικό πληθυντικό
relajantes
θηλυκό ενικό
relajante
θηλυκό πληθυντικό
relajantes
Παραδείγματα
Esta música es muy relajante.
Αυτή η μουσική είναι πολύ χαλαρωτική.
El relajante
01
χαλαρωτικό, μυοχαλαρωτικό
sustancia o medicamento que reduce la tensión nerviosa y produce relajación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
relajantes
Παραδείγματα
El médico le recetó un relajante muscular.
Ο γιατρός του συνέταξε ένα μυοχαλαρωτικό.



























