Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clamar
01
διαμαρτύρομαι, παραπονιέμαι
protestar o quejarse con vehemencia y en voz alta contra algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
clamo
γ΄ ενικό πρόσωπο
clama
ενεστώτα μετοχή
clamando
απλός αόριστος
clamó
παθητική μετοχή
clamado
Παραδείγματα
Estaba clamando contra la nueva política de la empresa.
Διαμαρτυρόταν κατά της νέας πολιτικής της εταιρείας.



























