clamar
Pronunciation
/klamˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "clamar"στα ισπανικά

clamar
01

διαμαρτύρομαι, παραπονιέμαι

protestar o quejarse con vehemencia y en voz alta contra algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
clamo
γ΄ ενικό πρόσωπο
clama
ενεστώτα μετοχή
clamando
απλός αόριστος
clamó
παθητική μετοχή
clamado
Παραδείγματα
Estaba clamando contra la nueva política de la empresa.
Διαμαρτυρόταν κατά της νέας πολιτικής της εταιρείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store